Υγεία Ωτορινολαρυγγολόγοι

Στρεπτόκοκκος

Ο στρεπτόκοκκος είναι μια λοίμωξη στο λαιμό που προκαλεί οξύ πόνο κατά την κατάποση. Ο στρεπτόκοκκος (στρεπτός κόκκος), είναι γένος βακτηρίων που αποτελούνται από θετικούς κατά Gram, μικροαεροφιλικούς διπλοκόκκους (κυκλικούς), οι οποίοι δεν είναι κινητοί και εμφανίζονται ανά αλυσίδες ή ζεύγη, εξ ου και η ονομασία διπλόκοκκοι.  Μπορεί να προκαλέσει ρευματικό πυρετό, εμφύσημα, οστρακιά, σύνδρομο τοξικού σοκ στρεπτόκοκκου, αμυγδαλίτιδα και άλλες λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού.

Ο στρεπτόκοκκος είναι ιδιαίτερα μολυσματικός κατά τη διάρκεια της οξείας λοίμωξης, όταν το παιδί δηλαδή είναι άρρωστο. Τις επόμενες μέρες μειώνεται η μετάδοση. Μεταδίδεται κυρίως με άμεση επαφή με τις εκκρίσεις του αναπνευστικού του πάσχοντος και είναι ιδιαίτερα μολυσματικός κατά τη διάρκεια της οξείας λοίμωξης. Ακόμη και σε άτομα που δεν παίρνουν θεραπεία, η μολυσματικότητα μειώνεται σταδιακά τις επόμενες εβδομάδες μετά την αρχική λοίμωξη. Ο χρόνος επώασης είναι 2-5 μέρες.

Η νόσος εκδηλώνεται συνήθως με υψηλό πυρετό, κοιλιακά άλγη, εμέτους, δυσκαταποσία και κεφαλαλγία. Τα παρίσθμια είναι έντονα εξέρυθρα και πολλές φορές παρατηρούνται μικρές, στικτές, αιμορραγικές κηλίδες στην υπερώα. Οι αμυγδαλές είναι εξέρυθρες, διογκωμένες και συχνά καλύπτονται από λευκό επίχρισμα. Η γλώσσα στην αρχή καλύπτεται από παχύ επίχρισμα που αποκολλάται σε 1-2 μέρες και αποκαλύπτονται οι θηλές οι οποίες είναι εξέρυθρες και οιδηματώδεις (μοροειδής γλώσσα). Τα άτομα που μολύνονται από το στρεπτόκοκκο παρουσιάζουν συμπτώματα εντός 3 ημερών από την έκθεση τους στο βακτήριο. Μόλις κάποιος μολυνθεί από το στρεπτόκοκκο της ομάδας Α, μπορεί να μεταδίδει τη μόλυνση σε άλλους για 2 έως 3 εβδομάδες ακόμη και εάν δεν παρουσιάζει συμπτώματα.

Αν ένα παιδί είναι άρρωστο, το αδερφάκι του έχει 25% πιθανότητες να το κολλήσει. Στους μεγάλους η πιθανότητα να κολλήσουν είναι λίγο μικρότερη. Υπολογίζεται ότι 5%-20% των ενηλίκων μέσα στην οικογένεια ενός πάσχοντος από στρεπτοκοκκική φαρυγγοαμυγδαλίτιδα θα μολυνθούν με το στρεπτόκοκκο, και ότι 50%-80% απ’ αυτούς θα αναπτύξουν τη νόσο τις επόμενες εβδομάδες. Το αποτελεσματικότερο μέτρο για τον περιορισμό των στρεπτοκοκκικών λοιμώξεων αποτελεί η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία των ασθενών. Να σημειωθεί ότι τα κρούσματα αυξάνονται τους χειμερινούς μήνες αλλά και την άνοιξη.

Ο πονόλαιμος που προκαλεί ο στρεπτόκοκκος διαφέρει από τον κοινό πονόλαιμο που προκαλείται από απλό κρυολόγημα κι αυτό γιατί ο στρεπτόκοκκος συνήθως εκδηλώνεται με έναν πιο έντονο και επίμονο πόνο ώστε τελικά ο ασθενής δυσκολεύεται να καταπιεί. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο στρεπτόκοκκος μπορεί να προκαλέσει ναυτία, έλλειψη όρεξης, ή πόνο στο κεφάλι και την κοιλιά. Αν το παιδί έχει πονόλαιμο και ταυτόχρονα  πρησμένους λεμφαδένες, υψηλό πυρετό (πάνω από 38,3°C), ή πυρετό που διαρκεί περισσότερο από 48 ώρες  καθώς και προβλήματα στην αναπνοή ή στην κατάποση θα πρέπει να το δει ο γιατρός.

Η εργαστηριακή διάγνωση της νόσου από στρεπτόκοκκο γίνεται συνήθως με το strep-test: Είναι ένα τεστ που επιβεβαιώνει την ύπαρξη του μικροβίου, αρκεί βέβαια το παιδί που νοσεί να μην έχει λάβει αντιβίωση. Η εξέταση δηλαδή έχει νόημα να γίνει στην αρχή που θα εκδηλώσει το παιδί συμπτώματα.  Είναι μια εύκολη και ανώδυνη εξέταση. Γίνεται λήψη φαρυγγικού επίχρισματος από το λαιμό του. Το τεστ δίνει απαντήσεις μέσα σε 10 λεπτά.  Ανάλογα με την απάντηση μπορεί – εφόσον επιβεβαιωθεί ότι υπάρχει το μικρόβιο- να γίνει καλλιέργεια του επιχρίσματος.  Η θεραπεία  για την αντιμετώπιση στρεπτοκοκκικής αμυγδαλίτιδας από β-αιμολυτικό στρεπτόκοκκο ομάδας Α είναι η χορήγηση πενικιλλίνης από το στόμα για 10 μέρες, εναλλακτικά μπορεί να χορηγηθεί ενέσιμο αντιβιοτικό. Πρόκειται για φάρμακο που για την εν λόγω πάθηση αποδείχτηκε αποτελεσματικό, ασφαλές και παράλληλα είναι φτηνό. Σε περίπτωση αλλεργίας στην πενικιλλίνη χορηγείται ερυθρομυκίνη ή κλαριθρομυκίνη, πρέπει όμως πάντα να έχουμε επιβεβαιώσει στο αντιβιόγραμμα την ευαισθησία τους καθώς  παρατηρήθηκε ότι μπορεί να έχουμε αντοχή σε ένα ποσοστό πάνω από 30%. Η χορήγηση του αντιβιοτικού έχει πολύ άμεσα αποτελέσματα και έτσι τα παιδιά, εφ’ όσον βελτιωθούν και κλινικά, μπορούν να πάνε στο σχολείο 24 ώρες μετά την έναρξη της θεραπείας. Σε 24 ώρες από την έναρξη της λήψης του αντιβιοτικού ο ασθενής παύει να μεταδίδει το βακτήριο σε άλλους. Δεν χρειάζεται να επαναληφθεί εξέταση μετά το τέλος της θεραπείας, παρά μόνον στην περίπτωση που συμβεί υποτροπή των συμπτωμάτων ή σε άτομο με αυξημένο κίνδυνο για ρευματικό πυρετό. Δεν χρειάζεται καμία παρέμβαση διαγνωστική ή θεραπευτική, σ’ αυτούς που ήρθαν σε επαφή με πάσχοντα, εάν οι ίδιοι είναι ασυμπτωματικοί.

 

Αναζητήστε ωτορινολαρυγγολόγους στην περιοχή σας!

Kατηγορίες